domingo, 9 de febrero de 2014

EFTIJÍA PANAYIOTU [10.913] Poeta de Chipre


EFTIJÍA PANAYIOTU 

(1980)

La poeta, ensayista y traductora chipriota Eftijía Panayiotu nació en Nicosia, CHIPRE en 1980. Estudió filosofía en Atenas y completó su formación en la Facultad de Estudios Neogriegos de King’s College London. Trabaja en Atenas como revisora de textos, es traductora de poesía y escribe artículos sobre literatura en revistas y periódicos. Mantiene el blog Exwtico: http://exwtico.wordpress.com/

Poemas suyos se han traducido al inglés, al italiano y al alemán. Escribió los libros de poemas gran jardinero («μέγας κυπουρός», Kinonía ton (de)katon, 2007, al que pertenece el primer poema) y Negra Moralina («Μαύρη Μωραλίνα», Kedros, 2010, al que pertenecen los dos últimos).

Como traductora, publicó el libro Poemas eróticos («Ερωτικά ποιήματα», Ekdosis Melani, 2010) de Anne Sexton.


Traducción: Mario Domínguez Parra
Ver más traducciones blog:
http://logotejnikimetafrasi.wordpress.com/
  

palabras inefables

temo la lechuza en tu garganta
las palabras inefables, antes del incendio
nuestros ascensos como libros a anaqueles,
trayectos mentales, miradas de enamorados,
y todos los sueños que despiertan por las noches,
gatos errabundos.

las palabras que suenan como sanguijuelas
los «así es la vida», los «¿qué le vamos a hacer?»
los húmedos pañuelos de papel, las letras rasgadas
las fotografías calientes y las movidas
remembranzas, ramblazo; el mañana sin fin.

la obsoleta lechuza en tu garganta
el desgarro de mis sueños
el apuñalamiento de la mujer
en mí: recordaste quiero muerte

mi sombra.


ανείπωτες λέξεις

φοβάμαι την κουκουβάγια στο λαιμό σου
τ’ ανείπωτα λόγια, πριν απ’ τον πυρπολισμό
τις αναβάσεις μας σε ράφια σαν βιβλία,
διανοητικές ανταλλαγές, ερωτευμένων ματιές,
κι όλα τα όνειρα που ξυπνούν τα βράδια,
περιπλανώμενες γάτες.

τα λόγια που ηχούν σαν βδέλλες
τα «έτσι είν’ η ζωή», τα «τι να κάνουμε;»
τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα
τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες
μνήμες, μνήμα· το αξημέρωτο αύριο. 

η σκουριασμένη κουκουβάγια στο λαιμό σου
το σπάραγμα των ονείρων μου
η κατακρεούργηση της γυναίκας
εντός μου: θύμησες θέλω θάνατος

η σκιά μου.



la metafísica de la tristeza

es mi yo
tras la Dormición el animal domesticado  
la instantánea del alucinamiento
hacia el mundo ignoto
y la desesperanza
una pesadilla que no despierta
excepto en tu pensamiento.

es tu yo
el fraude de las visiones infantiles
el sueño sin fin del deseo
que cae triste en la zanja,
el lugar inconcebible del dolor
–la lógica ante el confinamiento–
cuando veo y vuelvo a ver desde un espejo
que tu apariencia se apaga, mi afán se tuerce
frente al vano razonamiento.
–invitación a la santidad–


η μεταφυσική της δυστυχίας

είναι το εγώ μου
το ημερωμένο ζώο κατόπιν κοιμήσεως
το στιγμιότυπο της παραίσθησης
μπρος στον άγνωστο κόσμο
και η απελπισία
ένας εφιάλτης που δεν ξυπνά
παρά μόνο στη σκέψη σου.

είναι το εγώ σου 
η παραχάραξη των παιδικών οραμάτων
ο ατέρμων ύπνος της ηδονής
που πέφτει στο χαντάκι λυπημένη,
της οδύνης ο τόπος ο ακατανόητος
–η λογική προς κάθειρξη–
όταν κοιτώ και ξανακοιτώ απ’ ένα κάτοπτρο
τη θωριά σου να σβήνει, ο μόχθος μου σκύβει
μπρος στη μάταιη εξήγηση.

–κάλεσμα αγιοσύνης–





47ef0-e-2bpanagiotou-taf2bjpeg

Traducción: Mario Domínguez Parra



el síndrome de Jerusalén

llega el día en que todo se apaga.
sobre los ojos un velo, los envuelve la luz,
y con el camisón camino acróbata sobre las verjas.
ya no temo las alturas, no temo el vacío,
el vértigo extiende las manos hacia el cielo
y se mide con las nubes.

llueve el Meteorólogo.

(bebemos
lluvia, nos agarramos con fuerza, los cuerpos célicos
y arco la música y los botones de par en par en el
piélago)

será el agua; perturba mi sueño. 
salado. muy salado; sangre para las sábanas.
por mucho que busques no lo hallarás.
muchachita, no aquí. no con él

mis nervios din-don una bóveda.
cuerpo que sacudes, salva.
mar, sálvame.

nado hacia la costa de nuestra utopía.
una tensa línea en el mapa nos separa.
el templo entre nosotros; escombros en-
tre nosotros, occidental muro de lágrimas.

nunca en las llamas de detrás.
(civilización)

si alguna vez quisieras enseñarnos recuerda nuestro kipá (1)
y si quieres saber tu enfermedad, mira, nos hemos puesto
el vestido de boda de mamá esgrimiendo las rejas, amor
masculino y femenino, aullando amor, nosotros solo amor
 –habíamos esparcido.

Nota de la autora
(1) Kipá:  gorrito judío tradicional. Símbolo de humildad. 



το σύνδρομο της Ιερουσαλήμ

έρχεται η μέρα που όλα σβήνουν.
στα μάτια μια μαντίλα, τα τυλίγει το φως,
και με τη νυχτικιά βαδίζω πάνω στα κάγκελα ακροβάτης.
δεν φοβάμαι πια το ύψος, δεν φοβάμαι το κενό,
ο ίλιγγος ανοίγει χέρι προς τον ουρανό
κι αναμετριέται με τα σύννεφα.

βρέχει ο Μετερεωλόγος.

(πίνουμε
βροχή, πιανόμαστε σφιχτά, τα σώματα ουράνια
και τόξο η μουσική και τα κουμπιά ορθάνοιχτα στο
πέλαγος)

το νερό θα ’ναι· αναστατώνει τον ύπνο μου.
αλμυρό. πολύ αλμυρό· αίμα για τα σεντόνια.
ψάξε-ψάξε δεν θα τον βρεις.
κοριτσάκι, όχι εδώ. όχι μ’ αυτόν

τα νεύρα μου ντιν-νταν θόλος
σώμα που σείεσαι, σώσε.
θάλασσα, σώσε με.

κολυμπώ στην ακτή της ουτοπίας μας.
μια τεταμένη γραμμή στο χάρτη μας χωρίζει.

ο ναός στ’ ανάμεσά μας. συντρίμμια τ’ ανά-
μεσά μας, τείχος δακρύων δυτικό.

στις φλόγες πίσω ποτέ.
(πολιτισμός)

αν κάποτε θελήσεις να μας μάθεις θυμήσου το Kippah (1) μας
και αν θες να μάθεις την αρρώστια σου, δες, έχουμε ντυθεί
με της μαμάς το νυφικό κραδαίνοντας τα κάγκελα, αρσενική
και θηλυκή αγάπη, αλυχτώντας αγάπη, εμείς μόνο αγάπη
– είχαμε σκορπίσει.

Σημειώση της ποιήτριας
(1) Κιπά. Το παραδοσιακό εβραϊκό σκουφάκι. Σύμβολο ταπεινοφροσύνης.






Traducción y nota bio-bibliográfica: Mario Domínguez Parra



ars poetica

nadie vio al enmascarado de las rosas.
salió de la casa con tijeras en las manos y un
gato negro en brazos hacia el bosque de los secretos –no
lo supo nadie– hasta que labios enormes hablaron
de crímenes en el río, de ferales agujas de pino,
de latidos peri mórtem y trenos a todo volumen.
fue entonces cuando manos como espinas lo desnudaron, arrancaron
el iracundo hongo infectado.



ars poetica

κανείς δεν είδε το μασκοφόρο με τα τριαντάφυλλα.
έφευγε απ’ το σπίτι με ψαλίδια στα χέρια και μ’ ένα
γάτο μαύρο αγκαλιά στο δάσος με τα μυστικά —δεν
το ’ξερε κανείς— μέχρι που χείλι τεράστια μίλησαν
για εγκλήματα στον ποταμό, για πευκοβελόνες θηρίου,
για επιθανάτιους χτύπους και θρήνους στη διαπασών.
τότε ήταν που αγκάθια χέρια το ξεγύμνωσαν, το ξερίζωσαν
το μολυσμένο μανιτάρι το μαινόμενο.



un espejismo

vivo para aquel día
del manicomio.
para la festividad del mundo,
cuando todos en casa se encerrarán, las mujeres se cortarán
los cabellos, los hombres con las narices ensangrentadas llorarán.
se cortará la corriente y el agua, al principio, será
solo polvo y un corazón de estroboscopio
que regulará los tonos de la luz, en una gélida cámara
estarán todos contra todos, todos se rebelarán contra
la revolución y plañirán verdades tiritando de terror,
y un ojo estará dentro de su dentadura refulgente
y una lengua muy incisiva que proferirá la jerigonza
de rerum natura / de natura deorum somnolienta
más o menos así se contraerá, así se retorcerá hasta que
el alma les abandone, saldrá esta señora y el día será
exquisita fiesta – apátrida festividad de la fiesta – mientras yo,
con un trozo de cristal en el nuevo mundo de los espejos,
viviré la independencia (todos somos iguales – idénticos y
muertos – ante la eterna burocracia),
es decir yo, del psiquiátrico, de todas formas yo,
y sin el alta, en la figura de los pájaros viviré,
normalmente vivo
y volveré a vivir el día.


μία αυταπάτη

για κείνη τη μέρα ζω
του φρενοκομείου.
για τη γιορτή του κόσμου,
που όλοι στα σπίτια θα κλειστούν, οι γυναίκες θα κόβουν
τα μαλλιά τους, οι άντρες με ματωμένες μύτες θα κλαίνε,
το ρεύμα θα χαθεί, και το νερό, στην αρχή θα ’ναι
μόνο σκόνη, και μια καρδιά στροβοσκοπίου
να ρυθμίζει τους τόνους του φωτός, σε θάλαμο παγωμένο
θα ’ναι όλοι εναντίον όλων, όλοι θα επαναστατούν κατά
της επανάστασης, και θα θρηνούν αλήθειες τρόμο τρέμοντας,
κι ένα μάτι θα ’ναι μες στ’ αστραφτερά τους δόντια
και γλώσσα κοφτερή πολύ που θα εκστομίζει κορακίστικα
de rerum natura / de natura deorum ναρκωμένη
κάπως έτσι θα συσπώνται, έτσι θα σφαδάζουν ώσπου
να τους βγει η ψυχή, θα βγει αυτή κυρία και η μέρα θα ’ναι
εξαίσια εορτή – απάτριδα γιορτή της εορτής – ενώ εγώ,
μ’ ένα κομμάτι κρύσταλλο στον νέο κόσμο των κατόπτρων,
την ανεξαρτησία θα ζω (όλοι ίδιοι είμαστε – ίσοι και
νεκροί – μπρος στην αιώνια γραφειοκρατία),
δηλαδή εγώ, του φρενοβλαβείου, ούτως ή άλλως εγώ,
και δίχως εξιτήριο, στο σχήμα των πουλιών θα ζω,
κανονικά ζω
και ξαναζώ τη μέρα.



la tenaza

Escorpio surcó los pies de ella.
desde aquel día girar sobre su cabeza
era una utopía perversa.
las adivinaciones de los expertos se revelaron erróneas.
nunca regresó ni una carta envió que
explicara el sitio de su álveo
y el reloj de la noche clavado profundamente en su pecho.
el escorpión, como ves, de nadie es amigo

le regaló sin embargo una brújula
para hallar mis rostros en la oscuridad
le enseñó la culpa
la lectura otra vez y de nuevo la escritura
y lee en la ventana sus ojos
y traza en la lista de casos mis ojos
y con las manos de alguno de los dos
golpea con ímpetu en la pared.
cabeza de negra en la pared

tanto tiempo, aquí había
un aerostato, un horror
que yo tenía que aceptar – cómo eras
era débil para amar
que me amaras
quería yo.


η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δύο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.




Versiones de las traducciones ingleses [del griego]: Alexander Best

Engaño de uno mismo

Estoy viviendo por ese día del manicomio por el festín del mundo, cuando todos encerrarles a sí mismos dentro de sus casas; las mujeres se esquilarán el pelo; los hombres llorarán con narices sangrantes; se caerá la electricidad; y el agua, solamente como polvo al primero, y el corazón de un estroboscopio, regularán los tonos de luz en un compartimiento congelado.

Todos serán contra todos, y todos se rebelarán contra la revolución; y se apenarán verdades, temerán el miedo; y existirá un ojo entre sus dientes brillantes; y una lengua muy afilada parloteará jerigonza
de rerum natura / de natura deorum             narcotized 
en una manera que hace a la gente tener un espasmo.

Sí, éso es como se retorcerán hasta que saldrá su alma – y saldrá como una dama. Y ese día será un festín extraordinario – un festín sin hogar de un día festivo – y yo, con un trozo de cristal del nuevo mundo de lentes, yo vivirá en independencia (– somos todos parecidos – iguales y muertos en los ojos de la burocracia eternal); dicho de otro modo: yo, del loquero, estará viviendo en la forma de los pájaros – aún sin una boleta del dar de alta. Yo vivo – y revivo – naturalmente el día.



Un mano dibujando significa el psiquiátrico

en mi libro dibujo un triángulo.
dios en el rincón lo más alto,
mi gato a la izquierda y el lápiz al derecho.
es un triángulo mágico
porque
mientras mi memoria expande
indeseable
las líneas se hacen borrosas
– se aflojan y se mecen aquí y allí –
y dios se vuelve una sacerdotisa negra,
y mi gato una pantera, y mi lápiz un bolígrafo.

la pantera está voraz; se calienta con la sacerdotisa.
el bolígrafo es indeleble; resuelve el asuste de viejas cuentas.
los dos bordes disuelven
y la hembra está salvado
y solita
no siendo consciente del poder
ella gana una batalla que ignoró.
una compañía vestida de blanco me ha sucedido.
quizás un regalo de necesidad
que me hace fingir ser una loca con una varita mágica.

oxidada, fuera de práctica

me rindo a una cosa que galopa como mis panaceas
corto mis papeles
rasgo mis encantamientos
eres un barranco – Grotta Azzura – 
y se dibuja una línea toda nueva y torcida, 
y hay algo sobre esta forma – maldito triángulo – que no se puede ser dibujado.



Eftychia Panayiotou
Τranslated from the Greek by Marilena Zackheos & Dimitris Athinakis


self-deception

i  live for that day
of the madhouse.
for the world’s feast,
when all will lock themselves in their homes, women will shear
their hair, men will cry with bleeding noses,
electricity will be cut off, and water, in the beginning
only as dust, and a stroboscope’s heart
will regulate the shades of light, in a freezing chamber
everyone will be against everyone, all will revolt against
the revolution, and they will be grieving truths, fearing fear,
and an eye will exist amidst their sparkling teeth
and a very sharp tongue will jabber gibberish
de rerum natura/de natura deorum                                   narcotized
in such a way they will spasm, that is how they will squirm until
their soul comes out, it will emerge as a lady, and that day will be
an exceptional feast a feast‘s homeless feast whilst I,
with a crystal piece in the new world of lenses,
will live in independence (we all are alike equal and
dead in the face of eternal bureaucracy),
in other words I, of the loony-bin, either way I,
even without a discharge slip, will live in the birds’ form,
I naturally live
and relive the day.


μια αυταπάτη

για κείνη τη μέρα ζω
του φρενοκομείου.
για τη γιορτή του κόσμου,
που όλοι στα σπίτια θα κλειστούν, οι γυναίκες θα κόβουν
τα μαλλιά τους, οι άντρες με ματωμένες μύτες θα κλαίνε,
το ρεύμα θα χαθεί, και το νερό, στην αρχή θα ’ναι
μόνο σκόνη, και μια καρδιά στροβοσκοπίου
να ρυθμίζει τους τόνους του φωτός, σε θάλαμο παγωμένο
θα ’ναι όλοι εναντίον όλων, όλοι θα επαναστατούν κατά
της επανάστασης, και θα θρηνούν αλήθειες τρόμο τρέμοντας,
κι ένα μάτι θα ’ναι μες στ’ αστραφτερά τους δόντια
και γλώσσα κοφτερή πολύ που θα εκστομίζει κορακίστικα
de rerum natura / de natura deorum                                        ναρκωμένη
κάπως έτσι θα συσπώνται, έτσι θα σφαδάζουν ώσπου
να τους βγει η ψυχή, θα βγει αυτή κυρία και η μέρα θα ’ναι
εξαίσια εορτή —απάτριδα γιορτή τής εορτής— ενώ εγώ,
μ’ ένα κομμάτι κρύσταλλο στον νέο κόσμο των κατόπτρων,
την ανεξαρτησία θα ζω (όλοι ίδιοι είμαστε —ίσοι και
νεκροί— μπρος στην αιώνια γραφειοκρατία),
δηλαδή εγώ, του φρενοβλαβείου, ούτως ή άλλως εγώ,
και δίχως εξιτήριο, στο σχήμα των πουλιών θα ζω,
κανονικά ζω  
και ξαναζώ τη μέρα



A drawing hand means asylum

in my book Ι draw a triangle.
god on the top corner, my cat on the left, the pencil on the right.
it is a magic triangle
because
as my memory expands                                 
undesirable
the lines grow faint, they slacken and sway here and there
and god becomes a black priestess and my cat a panther
and my pencil a pen.

the panther is ravenous; he lusts after the priestess.
the pen is indelible; it settles old scores.
both edges dissolve
and the female is saved
all alone
unaware of power
she wins a battle she ignored.

a white-dressed troupe has befallen me.
perhaps a gift of necessity,
which now has me, with her magic wand,
pretending to be a madwoman.

rusty, out of practice

i surrender to a thing that gallops like my nostrums i cut up my papers i tear up my spells, you are a ravine—Grotta Azzura—and  a line is drawn all new and crooked, and there is something about this shape—damned triangle—that cannot be drawn.



χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο

στο βιβλίο μου ζωγραφίζω ένα τρίγωνο.
στην επάνω γωνία ο θεός, στην αριστερή η γάτα μου,
στη δεξιά το μολύβι.
είν’ ένα μαγικό τρίγωνο
γιατί
σε μια προέκταση της μνήμης μου          
ανεπιθύμητη                                    
οι γραμμές ατονούν και χαλαρώνουν και κινούνται πέρα δώθε
κι ο θεός γίνεται μαύρη ιέρεια, η γάτα μου πάνθηρας,
το μολύβι μου στυλό.

ο πάνθηρας αχόρταγος· ποθεί την ιέρεια.
το στυλό ανεξίτηλο· τον εκδικείται.
έτσι αφανίζονται τα άκρα
και σώζεται
μονάχο του το θηλυκό
ανίδεη από εξουσία
κέρδισε μια μάχη που αγνοούσε.

λευκός θίασος — έλαχε σ’ εμένα.
κάποιο δώρο θα ’ταν της ανάγκης,
που με το ραβδάκι της τώρα με βάζει να
παριστάνω την τρελή.
απροπόνητη

αφήνομαι σε κάτι που καλπάζει σαν τα γιατρικά μου κόβω τα χαρτιά μου σκίζω τα θαυματουργά μου, μια κρύπτη είσαι —Grotta Azzura— και κάτι σαν γραμμή χαράζει νέα στραβή, κάτι συμβαίνει με το σχήμα αυτό —τρίγωνο διαβολικό— δεν ζωγραφίζεται.













No hay comentarios:

Publicar un comentario en la entrada